Παναγιώτης Ν. Μποβιάτσης

Παναγιώτης Μποβιάτσης

Ο Παναγιώτης Ν. Μποβιάτσης εγεννήθη το 1889 στη Στρούζα (σημερινό Αιγίτιον).

Το πρώτο αυτοκίνητο που πάτησε τις ρόδες του στο Λιδορίκι , ήταν ένα φορτηγάκι του Παναγιώτη Ν. Μποβιάτση, το 1919.

Ο φριχτός παγκόσμιος πόλεμος του 1914 – 1918, με τα εκατομμύρια των νεκρών και τις συμφορές που σκόρπισε σ’ όλη την Ευρώπη, είχε τελειώσει. Οι στάχτες των ερειπίων είχαν καθαριστεί κι’ άρχιζε η ανοικοδόμηση . Διορατικοί άνθρωποι σ’ όλο τον κόσμο , άρχισαν να οραματίζονται ένα καλύτερο μέλλον για την ανθρωπότητα και να δουλεύουν για την επούλωση των πληγών της .

Μπορεί ο πόλεμος να’ χε σωρεύσει χίλια δυό δεινά, να είχε σκόρπισε φρίκη και τρόμο, έφερε όμως και μεγάλη τεχνική πρόοδο. Για την κάλυψη των αναγκών του, αναπτύχθηκαν πολύ τα μέσα συγκοινωνίας. Το υποβρύχιο, το αεροπλάνο, τα τανκς, τα αυτοκίνητα, έφτασαν σε ζηλευτό επίπεδο ανάπτυξης και τώρα, που οι σκοτωμοί είχαν τελειώσει, έπρεπε τις τεχνικές αυτές βελτιώσεις να τις εκμεταλλευτούν οι άνθρωποι.

Χιλιάδες στρατιωτικά καμιόνια, άχρηστα πλέον, σκούριαζαν και διαλύονταν σαν παλιοσίδερα. Το συμμαχικό υλικό, αξίας δισεκατομμυρίων χρυσών λιρών, πήγαινε χαμένο στις διάφορες μάντρες, αζήτητο και άχρηστο .

Τότε, ο Παναγιώτης Ν. Μποβιάτσης, νέος με όνειρα πολλά και ανοιχτό μυαλό, που δεν ήρθε απ’ την Αμερική για να αγοράσει γίδια, όπως έκαναν άλλοι, αλλά βλέποντας μπροστά που πάει η ζωή κι’ ο κόσμος αλλά και που υπάρχει μέλλον, έριξε το χρήμα του στην αγορά χωραφιών στο Χαλάνδρι, στη δημιουργία πρατηρίων καυσίμων και στ’ αυτοκίνητα. Τ’ αδέρφια και τα ξαδέρφια του, του έλεγαν “να πάρει γίδια και να τους κρεμάσει τα μεγαλύτερα κυπριά , ν’ αχολογάνε οι ράχες της Στρούζας σαν τα σαλαγάνε”, δεν τους άκουσε και κοίταξε τα’ αυτοκίνητα, και τα πράγματα τον δικαίωσαν.

Με πολύ λίγα λεφτά αγόρασε, απ’ τον τότε ΟΔΙΣΥ, ένα στρατιωτικό παλιό καμιόνι, σκοπεύοντας να το δρομολογήσει στο δρομολόγιο Ερατεινή – Λιδορίκι. Ο ίδιος είχε στο Χαλάνδρι ένα άλλο μεγάλο αμάξι, το καμιόνι αυτό ήταν μάρκας Φορντ, με συμπαγή λάστιχα και αλυσίδα, όπως οι σημερινές μοτοσυκλέτες περίπου, τα δε φανάρια του λειτουργούσαν με ασετιλίνη!

Απ’ τον Πειραιά, γεμάτο με διάφορα εμπορεύματα, το φόρτωσε σ’ ένα μεγάλο καΐκι (εμπορικός άθλος για την εποχή, φανταστείτε την διαδικασία φόρτωσης – εκφόρτωσης) κι’ έφτασε στην Ερατεινή. Εκεί το έβγαλαν με μεγάλα μαδέρια. Στην Ερατεινή, στο μόλο, μαζεύτηκε όλο το χωριό να το δει και να το θαυμάσει την διαδικασία. Έγινε αγιασμός μιας και η οικογένεια είχε πάντα ως οδηγό το “από Θεού άρξαστε”, και μετά τα σχετικά κεράσματα, το αυτοκίνητο, με οδηγό τον ίδιο, και επιβάτες τα’ αδέρφια του και άλλους Λιδορικιώτες, ξεκίνησε για το Λιδορίκι, εγκαινιάζοντας μια καινούρια εποχή. Ο δρόμος ήταν ο ίδιος ο σημερινός, μόνο που ήταν στενότερος και σκιροστρωμένος, για τα κάρα, και βόλευε το αυτοκίνητο με τα συμπαγή λάστιχα. Έβγαλε λοιπόν καλά τον ανήφορο μέχρι το Ανάθεμα, αν και κάπου – κάπου οι επιβάτες κατέβαιναν να πετάξουν καμιά πέτρα, ν’ ανοίξουν το δόμο, όπου ήταν στενός, και να κάνουν και κανένα σταυρό, να βάλει ο Θεός το χέρι του!

Όταν όμως έφτασαν στο Ανάθεμα και πήραν τον κατήφορο, ο Παναγιώτης Ν. Μποβιάτσης διαπίστωσε με τρόμο πως δεν έπιαναν τα φρένα του. Η αγωνία ζωγραφίστηκε στο πρόσωπο του, είχε πλήρη επίγνωση της ευθύνης για τις ψυχές που κουβαλούσε, γιατί παρακάτω το γεφύρι ήταν πολύ στενό και η στροφή απότομη και φοβόταν μήπως πέσει έξω. Εξ’ άλλου τα αυτοκίνητα της εποχής εκείνης, δεν ήταν ούτε “Μερσέντες”, ούτε “Ρολς- Ροϋς”.

Ψύχραιμος ο Παναγιώτης Ν. Μποβιάτσης, αναλογίστηκε την κατάσταση και τον κίνδυνο, είπε στ’ αδέρφια του να κατεβούν και να πάνε να τον περιμένουν πιο κάτω, αυτός δε πήγε ως το γεφύρι, ίσιωσε μ’ ένα φτυάρι λίγο το μέρος, έριξε μια ματιά στ’ αδέρφια του και τους επιβάτες του, έκανε το σταυρό του, έβαλε μπροστά και ξεκίνησε.

Η Παναγιά η Κουτσουριώτισσα, έβαλε το χέρι της κι’ όλα πήγαν καλά, πέρασαν τη Βελλά και το Παραδείσι, καθυστέρησαν λίγο, από μια μικροβλάβη, στου Κορδοπλή το ρέμα, και σε λίγο έμπαιναν θριαμβευτικά στο Λιδορίκι.

Ακολουθούμενοι από την ξυπόλυτη πιτσιρικαρία της εποχής, έφτασαν και στάθμευσαν στ’ Αλωνάκι, όπου τ’ αμάξι έμεινε για πάντα.

Ο Παναγιώτης Ν. Μποβιάτσης, υπολόγιζε να πάρει άδεια εκμετάλλευσης της γραμμής, βάζοντας οδηγό τον αδερφό του. Τον έφαγε όμως η πολιτική, τα δυο κόμματα, Βενιζελικοί και Βασιλικοί, ήταν στα μαχαίρια. Ο Παναγιώτης Ν. Μποβιάτσης ήταν αντίθετος με την κατάσταση και δεν του έδωσαν την άδεια.

Μετά έγινε η επιστράτευση, ο αδερφός του πήγε στρατιώτης, κι’ έμεινε για πάντα στη Μικρά Ασία, κι’ έτσι το αυτοκίνητο έμεινε για πάντα αραγμένο στ’ Αλωνάκι, έρμαιο στα χέρια των πιτσιρικάδων, ώσπου διαλύθηκε, έχοντας κάνει ένα και μοναδικό ταξίδι.

Το 1920 νυμφεύεται την Χαλανδραία Μαρία Κλωσσάκη το γένος Κουράση, με την οποία αποκτά δύο κόρες, την Ελένη και την Ασημούλα.

Επιλέγει το Χαλάνδρι ως κέντρο των επιχειρήσεων του, και εγκαθίσταται μόνιμα σ’ αυτό.

Πρατήριο καυσίμων του Παναγιώτη Ν. Μποβιάτση με χειροκίνητη αντλία

Πρατήριο καυσίμων του Παναγιώτη Ν. Μποβιάτση
με χειροκίνητη αντλία στην Πλατεία Χαλανδρίου

Ο Παναγιώτης Ν. Μποβιάτσης, έφερε και το 1935 το πρώτο λεωφορείο στο Λιδορίκι, ένα κίτρινο ΦΑΡΓΚΟ, αλλά και πάλι δεν μπόρεσε να πάρει άδεια, κι’ έτσι το χάρισε στους Σιώκο και Ράντο.

Η κήρυξη του πολέμου του 1940, τον βρίσκει εύρωστο επιχειρηματία στο Χαλάνδρι, όπου διαθέτει ιδιόκτητο καταφύγιο, κατασκευασμένο ήδη από το 1939!

Έχοντας τον γαμπρό του, Ευστάθιο Ι. Λατσούδη, στην πρώτη γραμμή του μετώπου, αναλαμβάνει δράσει σε δύο πεδία.

Αφ’ ενός χρηματοδοτεί αφειδώς την Φανέλα του Στρατιώτου και αφ’ εταίρου διαθέτει το καταφύγιο και τα τρόφιμα του στους συγγενείς της συζύγου του Μαρίας, μιάς και οι δικοί του συγγενείς παρέμεναν στο χωριό.

Με την κατάρρευση του μετώπου, φροντίζει για την διαφυγή του γαμπρού του, Ευσταθίου Ι. Λατσούδη, στην Μέση Ανατολή και διαχειρίζεται με αξιοπρέπεια τα σκληρά χρόνια την κατοχής, συνεχίζοντας να φροντίζει την οικογένεια της συζύγου του. Μέχρι το τέλος της ζωής του ευχαριστούσε και ευγνωμονούσε τον Ύψιστο για την ευλογία που του προσέφερε, να μπορέσει να τους διατηρήσει όλους στην ζωή.

Ο κομμουνιστοσυμμοριτοπόλεμος όμως έδειξε και στην περίπτωση του Παναγιώτη Ν. Μποβιάτση το πραγματικό του πρόσωπο. Συγγενείς της Συζύγου του, του οποίου είχε προστατεύσει όλη του την οικογένεια κατά τα δύσκολα χρόνια της κατοχής, εισβάλει στο σπίτι του, παραμονή Χριστουγέννων, μαζί με τα γνωστά πρωτοπαλίκαρα του Ε.Α.Μ. – ΕΛ.Α.Σ. και τον συλλαμβάνουν.

Έξι μήνες βασανιστικής πορείας θανάτου ξεκινούν, γδύνοντας τον και ξυλοκοπώντας τον στην περιοχή του Παραδείσου Αμαρουσίου. Έξι μήνες πορεύεται, μαζί με άλλους, μέσα στο κρύο, στις βροχές, στα χιόνια, έχοντας στα πόδια του αντί υποδημάτων, πανιά! Στην διάρκεια της πορείας αυτής ακούγονται ονόματα συνοδοιπόρων του, απ’ τους καπετάνιους και δεν τους ξαναβλέπει κανείς πια.

Έχει φτάσει πλέων, σκελετωμένος, κουρασμένος και ανήμπορος, στα βουνά της Λαμίας, όπου ο σωτήριος Ερυθρός Σταυρός τον διασώζει μαζί με άλλους και το ταξίδι της επιστροφής του, για το αγαπημένο του Χαλάνδρι και την λατρευτή του οικογένεια, ξεκινά.

Η φωτογραφία που ακολουθεί τα λέει όλα!

Παναγιώτης Ν. Μποβιάτσης

Παναγιώτης Ν. Μποβιάτσης

Ο Ιατρός Δημισιάνος σαστίζει στην εικόνα που αντικρίζει και καταβάλει κάθε δυνατή προσπάθεια να διασώσει τον καλό του φίλο.

Εκλέγεται Δημοτικός Σύμβουλος στο Χαλάνδρι και συνεχίζει να ασχολείται με τις επιχειρήσεις του, εντονότερα απ’ ότι στο παρελθόν, αφού πλέον στην επιχειρήσεις συμμετέχει και ο γαμπρός του Κωνσταντίνος Ν. Παπαγεωργίου.

111 001 (2)

Ο Παναγιώτης Ν. Μποβιάτσης απεβίωσε απολαμβάνοντας τις φροντίδες της μεγάλης του οικογένειας (Σύζυγο, Παιδιά, Εγγόνια, Δισέγγονα), πλήρης ημερών, στις 11 Μαρτίου 1976.