Ναζισμός

Το Ολοκαύτωμα των ΚΑΛΑΒΡΥΤΩΝ

13 Δεκεμβρίου 1943

Το μεγαλύτερο έγκλημα της ναζιστικής γερμανίας κατά τη διάρκεια του Β’ Παγκοσμίου Πολέμου επί Ελληνικού εδάφους.

Την 13η Δεκεμβρίου του 1943 δυνάμεις της «βέρμαχτ» σκότωσαν σχεδόν όλους τους άρρενες κατοίκους των Καλαβρύτων, σε αντίποινα για την εκτέλεση αιχμαλώτων Γερμανών στρατιωτών από εξεγερμένους Έλληνες.

Το τελευταίο έτος της κατοχής είχαν αυξηθεί δραματικά οι βαρβαρότητες των κατακτητών, καθώς η κυριαρχία τους κλυδωνιζόταν, όχι μόνο στην Ελλάδα αλλά και σε ολόκληρο τον κόσμο, που επί τέσσερα και πλέον έτη είχαν αιματοκυλίσει.

Η τύχη των Καλαβρύτων φαίνεται να προδιαγράφτηκε μετά την ήττα των γερμανών στη Μάχη της Κερπινής (20 Οκτωβρίου 1943), κατά την οποία σκοτώθηκαν δεκάδες γερμανοί στρατιώτες και αιχμαλωτίστηκαν 78, από εξεγερμένους Έλληνες.

Τότε τέθηκε σε εφαρμογή από το γερμανικό στρατηγείο η «Επιχείρηση Καλάβρυτα» («Unternehmen Kalavryta»), με αντικειμενικό στόχο την περικύκλωση των ανταρτών στην ορεινή περιοχή των Καλαβρύτων και την εξόντωσή τους. Την εκτέλεση της αποστολής ανέλαβαν μονάδες της 117ης Μεραρχίας Κυνηγών, που έδρευε στην Πελοπόννησο και είχε επικεφαλής τον υποστράτηγο Καρλ φον Λε Ζουίρ (1898-1954).

Ο υποστράτηγος Καρλ φον Λε Ζουίρ, ο γερμανός υποστράτηγος με τις αριστοκρατικές ρίζες, έχοντας πληροφορηθεί την εκτέλεση των 78 γερμανών αιχμαλώτων, διέταξε τους άνδρες του να μην διστάσουν να λάβουν τα πιο σκληρά αντίποινα εναντίον του άμαχου πληθυσμού της περιοχής. Ήταν, άλλωστε, πρακτική των αρχών κατοχής να εκτελούν για κάθε σκοτωμένο γερμανό στρατιωτικό πολλαπλάσιους Έλληνες αμάχους.

Ο υποστράτηγος Καρλ φον Λε Ζουίρ
Ο σφαγέας των Καλαβρύτων

Η «Επιχείρηση Καλάβρυτα» ξεκίνησε στις 4 Δεκεμβρίου, όταν οι γερμανικές δυνάμεις άρχισαν να συρρέουν στην ευρύτερη περιοχή των Καλαβρύτων από την Πάτρα, το Αίγιο, τον Πύργο και την Τρίπολη. Στο διάβα τους έκαιγαν χωριά και μοναστήρια (Μέγα Σπήλαιο και Αγία Λαύρα) και σκότωναν άοπλους πολίτες και μοναχούς.

Την 9η Δεκεμβρίου 1943 έφθασαν στα Καλάβρυτα, δημιουργώντας ένα ασφυκτικό κλοιό γύρω από την πόλη. Καθησύχασαν τους κατοίκους, διαβεβαιώνοντας ότι στόχος τους ήταν αποκλειστικά η εξόντωση των εξεγερμένων Ελλήνων και μάλιστα ζήτησαν από όσους την είχαν εγκαταλείψει να επιστρέψουν άφοβα πίσω στα Καλάβρυτα. Για να τους πείσουν ακόμη περισσότερο προχώρησαν στην πυρπόληση σπιτιών, που ανήκαν σε εξεγερμένους Έλληνες, κατά την άποψη τους, ενώ αναζητούσαν την τύχη των γερμανών τραυματιών της μάχης της Κερπινής.

Την 13η Δεκεμβρίου το πρωί συγκέντρωσαν όλο τον πληθυσμό στην κεντρική πλατεία και οδήγησαν τον άρρενα πληθυσμό άνω των 13 ετών σε μια επικλινή τοποθεσία, που ονομαζόταν «Ράχη του Καπή», ενώ τα γυναικόπαιδα τα κλείδωσαν στο σχολείο. Στη ράχη του Καπή εκτυλίχθηκε τις πρώτες μεταμεσημβρινές ώρες η τραγωδία, που οδήγησε σχεδόν όλο τον άρρενα πληθυσμό των Καλαβρύτων στο θάνατο. Με ριπές πολυβόλων οι γερμανοί εκτέλεσαν τους συγκεντρωμένους, γύρω στους 800 ανθρώπους. Μόνο 13 Καλαβρυτινοί διασώθηκαν και αυτοί επειδή είχαν καλυφθεί από τα πτώματα των συμπολιτών τους και οι γερμανοί τους θεώρησαν νεκρούς. Το σήμα για την εκτέλεση έδωσε με φωτοβολίδα από το κέντρο των Καλαβρύτων ο ταγματάρχης Χανς Εμπερσμπέργκερ, ενώ επικεφαλής του εκτελεστικού αποσπάσματος ήταν ο υπολοχαγός Βίλιμπαντ Ακαμπχούμπερ.

Η Ράχη του Καπή

Το έγκλημα ολοκληρώθηκε με την πυρπόληση σχεδόν όλων των σπιτιών των Καλαβρύτων. Όσον αφορά την τύχη των γυναικόπαιδων, αυτά σώθηκαν χάρη στον ανθρωπισμό ενός Αυστριακού στρατιώτη, στον οποίο είχε ανατεθεί η φύλαξή τους. Αυτός άφησε ελεύθερη την είσοδο του σχολείου και διευκόλυνε την απομάκρυνσή τους. Όμως, το πλήρωσε με τη ζωή του, αφού καταδικάσθηκε σε θάνατο και εκτελέστηκε.

Απώλειες κατά τη διάρκεια της «Επιχείρησης Καλάβρυτα», από τα γερμανικά στρατεύματα κατοχής:

1.101 Άνθρωποι Νεκροί
1.000 σπίτια Λεηλατημένα – Καμένα
2.000 αιγοπρόβατα Κλεμμένα
260.000.000 δραχμές Κλεμμένες

Οι γερμανοί είχαν ολοκληρώσει για μία ακόμη φορά την «ανθρωπιστική» τους αποστολή, την οποία δυστυχώς, μέχρι και σήμερα, κάποιοι ανεγκέφαλοι υμνούν.

Κανείς από τους υπευθύνους του Ολοκαυτώματος των Καλαβρύτων δεν λογοδότησε στη Δικαιοσύνη. Ο υποστράτηγος Καρλ φον Λε Ζουίρ πέθανε αιχμάλωτος των Σοβιετικών το 1954, ο ταγματάρχης Χανς Εμπερσμπέργκερ σκοτώθηκε στο Ανατολικό Μέτωπο και ο υπολοχαγός Βίλιμπαντ Ακαμπχούμπερ πέθανε στην Αυστρία το 1972, σε ηλικία 67 ετών. Μόνο ο κατοχικός στρατιωτικός διοικητής της Ελλάδας, στρατηγός Χέλμουτ Φέλμι (1885-1965), καταδικάσθηκε το 1948 σε κάθειρξη 15 ετών από το Δικαστήριο της Νυρεμβέργης για όλα τα εγκλήματα πολέμου του Γ’ ράϊχ στην Ελλάδα, αλλά μετά από τρία χρόνια αφέθηκε ελεύθερος.

Την 18η Απριλίου του 2000, ο τότε Πρόεδρος της Ομοσπονδιακής Δημοκρατίας της Γερμανίας, Γιοχάνες Ράου (1931-2006), επισκέφτηκε τα Καλάβρυτα και εξέφρασε τη βαθιά θλίψη του για την τραγωδία. Εντούτοις, δεν ανέλαβε την ευθύνη εξ’ ονόματος του γερμανικού κράτους και δεν αναφέρθηκε στο ζήτημα των αποζημιώσεων.

Για κάποιο ακατανόητο λόγο, η σύγχρονη γερμανία, όταν γίνεται αναφορά για τα εγκλήματα του Γ’ ράϊχ, αντιδρούν σαν να τους μιλάνε για κάποιον άλλο λαό, με τον οποίο δεν έχουν καμία σχέση, αντί να σκύβουν το κεφάλι και να απολογούνται για τα πεπραγμένα των γονέων και των παππούδων τους.

79 χρόνια από τη «Νύχτα των κρυστάλλων»

Πέμπτη 9η Νοεμβρίου 2017

Η νύχτα της 9ης Νοεμβρίου 1938 πριν από 79 ακριβώς χρόνια, έβαλε την ανθρωπότητα στην ποιο σκοτεινή της περίοδο.

Η “νύχτα των κρυστάλλων” – “Kristallnacht” – “Crystal Night”, αποτέλεσε το πρώτο μαζικό πογκρόμ εναντίον των Εβραίων στη Γερμανία και έδειξε καθαρά τότε το αληθινό πρόσωπο του χιτλερικού εθνικοσοσιαλισμού.

Το πογκρόμ εκείνο, αποκλήθηκε “νύχτα των κρυστάλλων”, επειδή οι ναζί ξέσπασαν πάνω στις ιδιοκτησίες των Εβραίων, σπάζοντας τις βιτρίνες πολλών καταστημάτων τους.

Όλα ξεκίνησαν την 7η Νοεμβρίου 1938, όταν ένας δεκαεφτάχρονος εβραίος, ο Χέρσελ Γκρίσπαν, σκότωσε στο Παρίσι, από αγανάχτηση για τα βασανιστήρια που είχαν υποστεί οι γονείς του από τους ναζί, τον γραμματέα της γερμανικής πρεσβείας Έρνστ Φόν Ράτ. Ο φόνος του γερμανού γραμματέα χρησιμοποιήθηκε ως δικαιολογία για τις επιθέσεις που εκδηλώθηκαν εναντίον των Εβραίων σε όλη τη Γερμανία.

Φαινομενικά, οι επιθέσεις αυτές ήταν αυθόρμητες, αλλά στην πραγματικότητα είχαν σχεδιαστεί στην κάθε τους λεπτομέρεια από τη ναζιστική κυβέρνηση.

Κατά τη νύχτα των κρυστάλλων, καταστράφηκαν:

1.574 Συναγωγές.

7-8.000 Εβραϊκά καταστήματα.

29 πολυκαταστήματα.

200 Εβραίοι νεκροί.

30.000 Εβραίοι συνελήφθησαν και οδηγήθηκαν σε στρατόπεδα συγκέντρωσης.

Το γεγονός προκάλεσε παγκόσμια κατακραυγή. Σε ένδειξη διαμαρτυρίας, οι Η.Π.Α. και πολλές άλλες χώρες διέκοψαν τις διπλωματικές τους σχέσεις με την ναζιστική Γερμανία.

Η “νύχτα των κρυστάλλων” θεωρείται ως η αρχή του ολοκαυτώματος. Ξεκίνησε με τη λεηλάτηση των Εβραϊκών περιουσιών και κατέληξε στα κρεματόρια των στρατοπέδων συγκέντρωσης.

Ο Χίτλερ, σε κάθε του ομιλία δεν έπαυε να κατηγορεί τους Εβραίους για την ήττα της Γερμανίας κατά τον Α’ παγκόσμιο πόλεμο και την οικονομική της καταστροφή. Αυτό, βέβαια είχε ως σκοπό την δήμευση και εκμετάλλευση των Εβραϊκών περιουσιών. Για να επιτύχει πιο εύκολα το μίσος των Γερμανών κατά των Εβραίων ανέπτυξε τις σχιζοφρενικές, ρατσιστικές του θεωρίες,  περί κατώτερης φυλής που με παγκόσμιες συνωμοσίες θέλει να κυριαρχήσει τον κόσμο. Έτσι καλλιεργήθηκε το πρόσφορο έδαφος για την περαιτέρω συμπεριφορά των Γερμανών, που χωρίς ενοχές σκότωναν, κατέστρεφαν και εξευτέλιζαν τους Εβραίους.

Οι Εβραίοι, εκείνη την εποχή, πληθυσμιακά ήταν περίπου το 1% του Γερμανικού πληθυσμού των 55 εκατομμυρίων. Είχαν ζήσει στην Γερμανία για πολλούς αιώνες και η μόνη τους διαφορά από το σύνολο των Γερμανών ήταν το διαφορετικό τους θρήσκευμα.

Είχαν πολεμήσει γι’ αυτήν που πίστευαν πατρίδα τους με ηρωισμό και είχαν διαπρέψει σε πολλά επαγγέλματα. Γι’ αυτό, τους ήταν πολύ δύσκολο, σχεδόν αδιανόητο, να πιστέψουν σ’ αυτό που έβλεπαν να εξελίσσεται.

Σταδιακά αποκλείστηκαν από την Γερμανική κοινωνία. Οι ρατσιστικοί νόμοι της νυρεμβέργης του 1935 διαδέχονταν ο ένας τον άλλον. Αρχικά τους στέρησαν την γερμανική υπηκοότητα και απαγόρευσαν τους μεικτούς γάμους μεταξύ γηγενών και Εβραίων. Τα παιδιά εκδιώχθηκαν από τα σχολεία, άντρες και γυναίκες απολύθηκαν από τις εργασίες τους, αποκλείστηκαν από τον γερμανικό στρατό, ακόμα, τους απαγορεύτηκε να κάθονται στο ίδιο παγκάκι του πάρκου με Γερμανό συμπολίτη τους.

Άρχισε παράλληλα, μια άνευ ορίων και λογικής προπαγάνδα με ενορχηστρωτή τον Γκιόζεφ Γκέμπελς, στις εφημερίδες, στο ραδιόφωνο, σε ομιλίες, σε αφίσες, όπως επίσης και σε αίθουσες διδασκαλίας, αναπτύσσοντας ένα καλά οργανωμένο αντισημιτισμό μέσα και έξω από την γερμανία.

Οι Εβραίοι έχασαν τα πάντα. Τα σπίτια τους, την δουλειά τους τις οικονομίες τους χωρίς να έχουν δικαίωμα διαμαρτυρίας.  Η τεράστια αυτή αντισημιτική καμπάνια αποκορυφώθηκε με το κινηματογραφικό φιλμ “O αιώνιος Εβραίος”.

Κατ’ αυτόν τον τρόπο άρχιζαν τα μεγάλα μαρτύρια των Εβραίων. Κανείς δεν θεωρούσε άδικο ότι κακό τους συνέβαινε, κανείς δεν ήταν πρόθυμος να τους βοηθήσει.

Τον Μάρτιο του 1938 ο Χίτλερ επέκτεινε τα σύνορα του Γ’ Ράιχ με την προσάρτηση της Αυστρίας. Αμέσως κι εκεί εφαρμόσθηκαν πειθαρχικά κτηνώδη μέτρα εναντίον των Εβραίων. Τα ίδια που είχαν εφαρμοσθεί και στην γερμανία. Τους απογύμνωσαν από κάθε κινητή και ακίνητη περιουσία τους επέβαλαν εξευτελιστικά γυμνάσια και βασανιστήρια όπως να καθαρίζουν γονατιστοί επί ώρες με βούρτσες τα πεζοδρόμια εν μέσω πλήθους που τους περιγελούσε.

Οι Εβραίοι, παγιδευμένοι μέσα στο μίσος που τους περιέβαλε, προσπάθησαν να φύγουν.  Καμία όμως Ευρωπαϊκή χώρα δεν έδειχνε πρόθυμη να τους παράσχει άσυλο και ας θεσπίζουν σήμερα ημέρα μνήμης του ολοκαυτώματος!

Οι 930 Εβραίοι που κατάφεραν να ναυλώσουν ένα μικρό πλοίο περιπλανιόνταν για μήνες από την Κούβα στις Η.Π.Α. απελπισμένοι και εξαθλιωμένοι ώσπου τους ανάγκασαν να επιστρέψουν πάλι στην Ευρώπη όπου τους περίμενε η ίδια  τύχη με τους υπόλοιπους αδελφούς τους.

Η “νύχτα των κρυστάλλων” ήταν το αποκορύφωμα του συσσωρευμένου άκρατου μίσους που είχαν δημιουργήσει οι γερμανοί μετά από χρόνια έντεχνα καλλιεργημένης προπαγάνδας.

Μοιάζει σαν κυνικό αστείο το ότι οι ναζί έβαλαν πρόστιμο στους Εβραίους ζητώντας ν’ αποζημιωθούν για τις καταστροφές που οι ίδιοι είχαν προκαλέσει.

Πραγματική κόλαση που κανείς δεν μπορεί να φανταστεί αν δεν την έχει ζήσει. Οι πριν από μερικά χρόνια συμπολίτες Εβραίοι με τους άλλους γερμανούς, έτρεχαν από δω και από κει χωρίς να ξέρουν που πηγαίνουν, χωρίς σπίτι χωρίς ρούχα, χωρίς τρόφιμα. Ένας απέραντος βουβός θρήνος απελπισμένων ανθρώπων, παιδιών, γερόντων, αναπήρων που είχαν μείνει απροστάτευτοι στην κόλαση των ναζιστικών θηρίων.

Από κει και πέρα ο δρόμος ήταν ένας. Αυτός που οδηγούσε στα στρατόπεδα συγκέντρωσης και τους θαλάμους αερίων που ο  Χίμλερ είχε ονομάσει ειρωνικά  Χίμελστρασσε, δηλαδή “ο δρόμος προς  τον ουρανό!”

Οι γερμανοί είχαν ολοκληρώσει για μία ακόμη φορά την «ανθρωπιστική» τους αποστολή, την οποία δυστυχώς, μέχρι και σήμερα, κάποιοι ανεγκέφαλοι υμνούν.

Το Ολοκαύτωμα της ΒΙΑΝΝΟΥ

Το ολοκαύτωμα της Βιάννου αναφέρεται στις μαζικές εκτελέσεις κατοίκων και καταστροφές πάνω από 20 χωριών στις περιοχές της Βιάννου και της Ιεράπετρας στο νησί της Κρήτης από Γερμανούς Ναζί.

Οι εκτελέσεις, που πραγματοποιήθηκαν από μονάδες της Βερμάχτ στις 14-16 Σεπτεμβρίου του 1943 είχαν ως αποτέλεσμα να χάσουν τη ζωή τους καταγεγραμμένα 461 άτομα, ενώ υποστηρίζεται ότι ο συνολικός αριθμός των νεκρών ξεπερνά τους 500.

Τα χωριά λεηλατήθηκαν, κάηκαν και καταστράφηκαν οι σοδειές.

Οι εκτελέσεις διατάχτηκαν από τον Στρατηγό Φρίντριχ-Βίλχελμ Μύλλερ, που έμεινε γνωστός και ως ο σφαγέας της Κρήτης, σαν αντίποινα για δράσεις της Κρητικής αντίστασης. Το ολοκαύτωμα της Βιάννου θεωρείται το δεύτερο μεγαλύτερο της Ελλάδας μετά των Καλαβρύτων.

Ο Στρατηγός Φρίντριχ-Βίλχελμ Μύλλερ, δίνει τη διαταγή:

«Καταστρέψατε την επαρχία Βιάννου. Εκτελέσατε πάραυτα, χωρίς διαδικασία, τους άρρενες που είναι πάνω από 16 ετών καθώς και όλους όσοι συλλαμβάνονται στην ύπαιθρο, ανεξαρτήτως φύλου και ηλικίας».

Πάνω από 2000 άντρες μαζεύτηκαν στη Βιάννο και χωρίστηκαν σε ομάδες για να θέσουν σε εφαρμογή τη συστηματική καταστροφή των χωριών και των κατοίκων.

Δευτέρα 13η  Σεπτεμβρίου 1943, την παραμονή των ομαδικών εκτελέσεων, συγκέντρωσαν στον Άγιο Βασίλειο όσους βρίσκονταν εκεί, και αφού τους διαβεβαίωσαν ότι όσοι ήταν στα σπίτια τους δε θα πάθαιναν τίποτα, τους είπαν οτι όσοι βρίσκονταν εκτός θα θεωρούνται αντάρτες, θα εκτελούνται επιτόπου και τα σπίτια τους θα καίγονται. Η είδηση διαδόθηκε και στα γύρω χωριά, και πολλοί που κρύβονταν γύρισαν στα σπίτια τους.

Τρίτη 14η  Σεπτεμβρίου 1943, ημέρα του Τίμιου Σταυρού έβαλαν φωτιά στον Πεύκο και τη Σύμη. Ταυτόχρονα επιδόθηκαν σε μαζικές εκτελέσεις, λεηλασίες βανδαλισμούς και κατεδαφίσεις, στα χωριά Κεφαλοβρύσι, Κάτω Σύμη, Αμιράς, Πεύκος, Βαχός, Άγιος Βασίλειος, Άνω Βιάννος, Συκολόγος, Κρεββατάς, Καλάμι, και Λουτράκι της Βιάννου και Μύρτος, Γδόχια, Ρίζα, Μουρνιές, Μύθοι, Μάλλες, Χριστός και Παρσάς – Μεταξοχώρι της Ιεράπετρας.

Όλοι οι άνδρες ηλικίας από 16 ετών και άνω στα χωριά αυτά εκτελέστηκαν. Σύμφωνα με μαρτυρίες το βράδυ οι Γερμανοί γιόρτασαν τη νίκη τους, μεθώντας, χορεύοντας και τραγουδώντας, χλεύαζαν τις γυναίκες που έκλαιγαν τους νεκρούς τους και εξυμνούσαν τον Χίτλερ και τη Γερμανία.

Εκτός από τις εκτελέσεις, οι Γερμανοί έκλεισαν στο γυμνάσιο της Άνω Βιάννου 137 άντρες από τα χωριά Καλάμι και Συκολόγο, ενώ μέσα στο σχολείο είχαν συγκεντρώσει και άλλους ομήρους, ανάμεσα στους οποίους ήταν και γυναίκες. Συνολικά υπήρχαν περί τα 300 άτομα μέσα στο σχολείο, τα οποία είχαν σκοπό να εκτελέσουν, εάν οι αντάρτες δεν απελευθέρωναν τους ομήρους που είχαν πάρει μαζί τους. Οι αντάρτες όμως δεν ήταν διατεθειμένοι να προχωρήσουν σε ανταλλαγή και η εκτέλεση αποφεύχθηκε χάρη στις δραματικές προσπάθειες και παραστάσεις των αντιπροσώπων του Διεθνούς Ερυθρού Σταυρού και της Εκκλησίας, με επίμονες προσπάθειες των τότε Αρχιμανδρίτη και αργότερα Αρχιεπίσκοπου Κρήτης Ευγένιου Ψαλιδάκη και του τότε Επισκόπου Πέτρας Διονύσιου Μαραγκουδάκη.

Σάββατο 25η  Σεπτεμβρίου 1943 οι όμηροι αφέθηκαν τελικά ελεύθεροι.

Πέμπτη 14η Οκτωβρίου 1943, ειδικά συνεργεία Γερμανών κατεδαφίζουν με δυναμίτες και πυρπολούν τα χωριά Κεφαλοβρύσι, Κρεββατά Πεύκο, Σύμη, Καλάμι και Συκολόγο, καθώς και τα χωριά της δυτικής Ιεράπετρας Μύρτος, Γδόχια, Μουρνιές και τον οικισμό “Καημένου” της Ρίζας.

Το ολοκαύτωμα της Βιάννου θεωρείται το δεύτερο μεγαλύτερο της Ελλάδας μετά των Καλαβρύτων. Παρά την έκταση και τη φρικαλεότητα των καταστροφών που συνέβησαν όμως, δεν είναι πολύ γνωστό στο ευρύ κοινό. Ο ακριβής αριθμός των θυμάτων θεωρείται πως είναι 461 άτομα, όμως πολλές πηγές υποστηρίζουν πως ξεπερνάει τα 500. Πάνω από 1000 σπίτια καταστράφηκαν ολοσχερώς. Πήρε δεκαετίες στα χωριά να επανέλθουν σε μια κανονικότητα, ενώ κάποια που κάηκαν συθέμελα ερήμωσαν.

Ο Στρατηγός Φρίντριχ-Βίλχελμ Μύλλερ συνελήφθη από τον Κόκκινο στρατό στην Ανατολική Πρωσσία και εκδόθηκε στην Ελλάδα, μαζί με τον Μπρούνο Μπραουερ, όπου καταδικάστηκαν σε θάνατο την 9η Δεκεμβρίου του 1946. Εκτελέστηκε την 20η Μαΐου 1947. Κανείς άλλος δε διώχτηκε για τα εγκλήματα αυτά ούτε δόθηκε ποτέ καμία αποζημίωση.

Σήμερα, στο χωριό Αμιράς υπάρχει ηρώων αφιερωμένο στη μνήμη των νεκρών.

Οι γερμανοί είχαν ολοκληρώσει για μία ακόμη φορά την «ανθρωπιστική» και «φιλελληνική» τους αποστολή, την οποία δυστυχώς, μέχρι και σήμερα, κάποιοι ανεγκέφαλοι υμνούν.

Το Ολοκαύτωμα του ΚΟΜΜΕΝΟΥ

16 Αυγούστου 1943

Ολοκαύτωμα του ΚΟΜΜΕΝΟΥ

Το Κομμένο είναι ένα μικρό χωριό στην άκρη του Αμβρακικού, στις εκβολές του ποταμού Αράχθου.

Πεδινό έδαφος, πνιγμένο στα νερά, τα έλη και την πυκνή βλάστηση, δεν ανέπτυξε κάποια αξιόλογη αντιστασιακή δράση, συμμετείχε απλά στον αγώνα εξασφαλίζοντας τρόφιμα για τα ένοπλα τμήματα των ανταρτών, που η έδρα τους βρισκόταν στις ορεινές περιοχές. Ουσιαστικότερο έλεγχο ασκούσε, όπως και σε όλα τα χωριά της πεδινής περιοχής, ο Ε.Δ.Ε.Σ.

Τον Αύγουστο, ωστόσο, του 1943 σημειώνεται μια περίεργη κινητικότητα, καθώς ένα τμήμα του Ε.Λ.Α.Σ. έρχεται στο Κομμένο και ζητά απ’ τις αρχές να μεριμνήσουν για την τροφοδοσία του με μεγάλες ποσότητες αγαθών.

Οι αρχές αρνήθηκαν να ικανοποιήσουν το αίτημά του, υποστηρίζοντας ότι οι κάτοικοι δε διαθέτουν τόσο μεγάλες ποσότητες αγαθών, καθώς παράλληλα τροφοδοτούσαν και τις δυνάμεις του Ε.Δ.Ε.Σ. Μπροστά στην επιμονή των ανταρτών του Ε.Λ.Α.Σ., οι υπεύθυνοι του Ε.Δ.Ε.Σ. ζήτησαν υποστήριξη και ενίσχυση από τις δικές τους δυνάμεις, οι οποίες δεν καθυστέρησαν να εμφανιστούν στο χωριό και να απαιτούν από τους άλλους να αποχωρήσουν χωρίς τα τρόφιμα που είχαν παραγγείλει. Οι συζητήσεις και οι διενέξεις δεν έφερναν αποτέλεσμα, ενώ οι μέρες περνούσαν και τα πράγματα γίνονταν επικίνδυνα για το Κομμένο.

Στις 12 Αυγούστου, λίγο πριν το μεσημέρι, ένα γερμανικό αυτοκίνητο έφτασε στο Κομμένο, για να ερευνήσει αν πράγματι στο Κομμένο δρούσαν ομάδες ανταρτών, όπως έλεγαν οι πληροφορίες που είχαν συλλέξει. Φαίνεται όμως πως οι γερμανικές αρχές γνώριζαν πως στην περιοχή του Κομμένου λάβαινε χώρα ένα ιδιότυπο είδος εμπορίου ή λαθρεμπορίου. Έμποροι από τη Λευκάδα μετέφεραν με τις βάρκες τους λάδι, πατάτες, σταφύλια κλπ. και τα προωθούσαν στους πληθυσμούς των χωριών που γειτόνευαν με τον ποταμό Άραχθο, στις όχθες του οποίου αγκυροβολούσαν και διανυκτέρευαν. Ένα μέρος από τα προϊόντα τους κατέληγε στους αντάρτες, είτε με αμοιβή είτε με εξαναγκασμό.

Ακριβώς τη μέρα και την ώρα εκείνη στην πλατεία του χωριού αντάρτες του Ε.Δ.Ε.Σ. και του Ε.Λ.Α.Σ. είχαν στήσει τα όπλα τους και κάθονταν κάτω απ’ τα δέντρα. Όταν οι Γερμανοί αξιωματικοί βρέθηκαν μπροστά στην εικόνα αυτή, έκαναν αμέσως στροφή και έφυγαν από το χωριό, με τη βεβαιότητα πως οι πληροφορίες τους ήταν βάσιμες και αναμφίβολες. Κάποιες γυναίκες, μάλιστα, έσπευσαν από φόβο να μαζέψουν και να κρύψουν τα όπλα, αλλά φαίνεται πως η κίνησή τους αυτή έγινε αντιληπτή από τους Γερμανούς. Κάποιος απ’ τους σκοπούς ετοιμάστηκε να πυροβολήσει εναντίον τους, αλλά εμποδίστηκε από κάποιον ανώτερό του, ενδεχομένως για να μην εκληφθεί η ενέργεια αυτή από τους γερμανούς ως εχθρική πράξη ή για να αποφευχθούν τυχόν αντίποινα σε βάρος του χωριού.

Από τη στιγμή εκείνη αρχίζει για τους κατοίκους του Κομμένου ο τρομερός εφιάλτης. Έντρομοι οι κάτοικοι κουβάλησαν τ’ αγαθά τους και τα έκρυψαν στα χωράφια τους, στα οποία διανυκτέρευαν και οι ίδιοι, ενώ ο πρόεδρος της κοινότητας Λάμπρος Ζορμπάς ζήτησε την άλλη κιόλας από τις Ιταλικές και τις συνεργαζόμενες με τους κατακτητές αρχές της πόλης Άρτας να πληροφορηθεί σχετικά με την τύχη του χωριού. Οι αρχές τον διαβεβαίωσαν πως το χωριό του δεν είχε να φοβηθεί τίποτε, γιατί οι αντάρτες δεν ήταν κάτοικοι του Κομμένου. Στις 15 Αυγούστου, ημέρα της Κοίμησης της Παναγίας Θεοτόκου, γιόρταζαν το πανηγύρι τους.

Τα χαράματα, ωστόσο, της 16 Αυγούστου τετρακόσιοι άντρες, του 12ου λόχου του 98ου Γερμανικού Συντάγματος, το οποίο έδρευε στην περιοχή της Φιλιππιάδας, μια μικρή κωμόπολη 10 περίπου χιλιόμετρα Βόρεια της Άρτας, σταθμεύουν έξω από το Κομμένο. Αποστολή του 12ου λόχου ήταν η εξόντωση των ανταρτών που δρούσαν στην περιοχή και η εξαφάνιση του χωριού που τους υποστήριζε και τους προμήθευε με τρόφιμα και άλλα απαραίτητα για την αντίστασή τους εναντίον των Γερμανών. Διοικητής του 98ου Συντάγματος ήταν ο συνταγματάρχης Γιόζεφ Ζάλμινγκερ, που παινευόταν πως μετέτρεψε το 98ο σύνταγμα, σε σύνταγμα για τον Χίτλερ.

Αυτός την προηγούμενη μέρα συγκέντρωσε τους γερμανούς στρατιώτες για να τους ανακοινώσει πως γερμανοί στρατιώτες σκοτώθηκαν στο Κομμένο και όφειλαν, γι’ αυτό, να δράσουν αμέσως για σκληρά μέτρα εναντίον των ανταρτών και ξεκλήρισμα του χωριού που είχαν το λημέρι τους.

Διοικητής του 12ου λόχου ήταν ο υπολοχαγός Ρέζερ, πρώην στέλεχος της νεολαίας του Χίτλερ. Οι στρατιώτες ήταν στο σύνολό τους κληρωτοί.

Με την ανατολή του ήλιου, αφού πρώτα πήραν το πρωινό τους και κύκλωσαν το χωριό, οι μονάδες εφόδου έλαβαν με δύο φωτοβολίδες το σύνθημα και άρχισαν να βάλλουν με όπλα, με πολυβόλα, χειροβομβίδες και όλμους. Δεν άφηναν τίποτε όρθιο. Έκαιγαν ότι έβρισκαν μπροστά τους και σκότωναν με μιαν απερίγραπτη αγριότητα άντρες, γέροντες, γυναίκες και παιδιά, ακόμη και μωρά. Ολόκληρες οικογένειες κάηκαν ζωντανές μέσα στα σπίτια τους, πριν ακόμη ξυπνήσουν και καταλάβουν τι γίνεται γύρω τους. Άλλοι έτρεχαν στους δρόμους να σωθούν και έπεφταν από τις σφαίρες που θέριζαν το χωριό. Ανθρώπινα σώματα κόπηκαν στα δυο ή διαλύθηκαν και δε βρέθηκαν ποτέ. Η διαταγή ήταν σαφής: να μη μείνει τίποτε ζωντανό σ’ ένα χωριό που αποτελούσε φωλιά των ανταρτών.

Έξι ώρες κράτησε η σφαγή. Δρόμοι, αυλές, καμένα σπίτια, κήποι, χαντάκια, η πλατεία, ολόκληρο το χωριό γέμισε πτώματα, που μερικά έμεναν άθαφτα για αρκετές μέρες, αφού δεν απέμεινε κανείς ζωντανός απ’ τους συγγενείς για να τους θάψει. Πρόχειρα και στον τόπο ακριβώς της σφαγής άνοιξαν λάκκους κι έριξαν τους νεκρούς μέσα, για να μην τους φάνε τα σκυλιά και τα όρνια και να μην πέσουν αρρώστιες στο χωριό. Όσοι σώθηκαν έπρεπε ν’ αντέξουν και ν’ αφήσουν γι’ αργότερα τα δάκρυα και τον πόνο.

Στο σπίτι του Θόδωρου Μάλλιου γινόταν ο γάμος τη κόρης του Αλεξάνδρας με το Θεοχάρη Καρίνο από τον Παχυκάλαμο, χωριό κοντά στο Κομμένο. Χάθηκαν όλοι. Τους έκαψαν και τους σκότωσαν, τριάντα πέντε άτομα. Από τα 12 μέλη της οικογένειας του οικοδεσπότη Θόδωρου Μάλλιου σώθηκαν εκείνο το πρωινό μόνο δύο, ο Αλέξανδρος και η Μαρία, που είχαν φύγει μόλις πριν λίγα λεπτά για να φροντίσουν στο χωράφι τα ζώα. Οι ναζί δε σεβάστηκαν και δε λογάριασαν τίποτε και κανέναν. Σκότωσαν και τη νύφη την Αλεξάνδρα και το γαμπρό το Θεοχάρη.

Όσοι πρόλαβαν και πετάχτηκαν έξω απ’ τα σπίτια τους, έτρεχαν να σωθούν στα χωράφια ή να κρυφτούν χωμένοι στα βαθιά χαντάκια. Μόνη σωτηρία απέμεινε για πολλούς το ποτάμι και πλήθος κόσμου έτρεχε κατά εκεί. Άλλοι ρίχνονταν στα νερά του για να περάσουν απέναντι  και να σωθούν. Άλλοι κρέμονταν απ’ τις βάρκες και τρέμοντας πάλευαν να γλιτώσουν απ’ τον εφιάλτη. Κι εκεί πνίγηκαν σχεδόν όλοι όσοι μπήκαν στη βάρκα του Σπύρου Βλαχοπάνου, σχεδόν  είκοσι άτομα. Κι ο θρήνος κι οι κραυγές του πνιγμού έσμιγαν με τη βουή της φωτιάς και των όπλων που αφάνιζαν το Κομμένο.

Η ειρωνεία της Ιστορίας είναι πως οι γερμανικές υπηρεσίες, στα επίσημα έγγραφά τους, έκαναν λόγο για ληστές και αντάρτες στο Κομμένο και προετοίμασαν τους στρατιώτες για μια μεγάλη αναμέτρηση με τις δυνάμεις των αντιστασιακών οργανώσεων. Το τραγικό πως εδώ μέσα δε βρήκαν την παραμικρή αντίσταση, δεν ακούστηκε ούτε ένας πυροβολισμός εναντίον τους, παρά μόνο ακούγονταν τα βογκητά, οι λυγμοί και οι θρήνοι των έντρομων άμαχων κατοίκων του χωριού από τους δικούς τους μονάχα πυροβολισμούς και το δικό τους θανατικό.

Μέσα σ’ ένα πρωί το Κομμένο μέτρησε 317 θύματα μιας θηριωδίας και μιας βαρβαρότητας που δεν την αντέχει ακόμη και να την ακούει κανείς. Εξοντώθηκαν 20 οικογένειες, εκτελέστηκαν 97 νήπια και παιδιά ηλικίας έως 15 ετών, θανατώθηκαν 119 γυναίκες.

Το Κομμένο το εκτέλεσαν εν ψυχρώ οι ναζί και το παρέδωσαν στις φλόγες χωρίς έλεος.

Οι γερμανοί είχαν ολοκληρώσει για μία ακόμη φορά την «ανθρωπιστική» και «φιλελληνική» τους αποστολή, την οποία δυστυχώς, μέχρι και σήμερα, κάποιοι ανεγκέφαλοι υμνούν.

Το Ολοκαύτωμα των ΑΝΩΓΕΙΩΝ

Οι κάτοικοι των Ανωγείων – Κρήτης πήραν μέρος κατά την περίοδο 1941 – 1944, από τους πρώτους, στην αντίσταση κατά των Ναζί κατακτητών με τη δημιουργία ένοπλων ομάδων σε συνεργασία με το Συμμαχικό Αρχηγείο Μέσης Ανατολής και έχοντας επικεφαλής τον Ιωάννη Δραμουντάνη (Στεφανογιάννη) ο οποίος και εκτελέστηκε από τους Ναζί, την 12η Φεβρουαρίου 1944.

Ιωάννης Δραμουντάνης
(Στεφανογιάννης)

Η αντίσταση του αγωνιζόμενου λαού των Ανωγείων κορυφώθηκε με την καταστροφή και την ισοπέδωση του χωριού τους, τον Αύγουστο του 1944.  Το Ολοκαύτωμα των Ανωγείων  άρχισε τη 13η Αυγούστου και κράτησε μέχρι το τέλος του ίδιου μήνα.

Στο Αρμί, την κεντρική πλατεία του χωριού βρίσκεται εγχάρακτη η διαταγή του Γερμανού στρατηγού φρουράρχου Κρήτης.

Η Πινακίδα των ΑΝΩΓΕΙΩΝ

“Επειδή η πόλις των Ανωγείων είναι κέντρον της αγγλικής κατασκοπίας εν Κρήτη και επειδή οι Ανωγειανοί εξετέλεσαν το φόνο του λοχία φρουράρχου Γενί-Γκαβέ και της υπ’ αυτόν φρουράς και επειδή οι Ανωγειανοί εξετέλεσαν το σαμποτάζ της Δαμάστας, επειδή εις Ανώγεια ευρίσκουν άσυλον και προστασίαν οι αντάρται των διαφόρων ομάδων αντιστάσεως και επειδή εκ των Ανωγείων διήλθον και οι απαγωγείς με τον στρατηγόν Φον Κράιπε χρησιμοποιήσαντες ως σταθμόν διακομιδής τα Ανώγεια, διατάσσομεν την ΙΣΟΠΕΔΩΣΙΝ τούτων και την εκτέλεσιν παντός άρρενος Ανωγειανού όστις ήθελεν ευρεθεί εντός του χωρίου και πέριξ αυτού εις απόστασιν ενός χιλιομέτρου.”

Χανιά 13-8-44 0 Στρατηγός Διοικητής Φρουρίου Κρήτης X. ΜΙΛΛΕΡ

Η εξουδετέρωση και σύλληψη του αναφερόμενου στη διαταγή φρούραρχου Γενί-Καβέ και της φρουράς του (8 άτομα) που πραγματοποιήθηκε την 7η Αυγούστου 1944 στην περιοχή Σφακάκι Ανωγείων, από ενδεκαμελή ομάδα.

Το σαμποτάζ της Δαμάστας, πραγματοποιήθηκε το πρωί της 8ης Αυγούστου 1944, στον κεντρικό τότε αμαξωτό δρόμο της Κρήτης και σε μικρή απόσταση δυτικά του χωριού Δαμάστα.

Αυτή η ηρωική πράξη, είχε σαν αποτέλεσμα την ισοπέδωση και του χωριού Δαμάστα και την εκτέλεση των αντρών που πιάστηκαν σ’ αυτό από τους Γερμανούς. Μετά την έκδοση της διαταγής, Γερμανοί στρατιώτες, πραγματοποιούν την κύκλωση των Ανωγείων, την 13η Αυγούστου 1941 και αρχίζουν το μακάβριο έργο των εκτελέσεων, της λεηλασίας και της καταστροφής, αφού πρώτα απομάκρυναν τα γυναικόπαιδα που βρέθηκαν μέσα σ’ αυτά, μαζί με ελάχιστους ανίκανους γέροντες.

Ολοκαύτωμα των ΑΝΩΓΕΙΩΝ

Το σύνολο των αντρών και αγοριών είχαν καταφύγει στα λημέρια και στις δυσπρόσιτες χαράδρες και σπηλιές του Ψηλορείτη.  Μεγάλο μέρος του άμαχου πληθυσμού των Ανωγείων βρήκε, επίσης, καταφύγιο στα γύρω χωριά της περιοχής και σε χωριά της επαρχίας Μαλεβιζίου όπου κατάφερε να επιβιώσει χάρις στην έμπρακτη αλληλεγγύη των κατοίκων τους,  οι οποίοι φιλοξένησαν κάτω από εξαιρετικά αντίξοες συνθήκες ολόκληρες οικογένεια ακόμα και για χρόνια.

Οι γερμανοί είχαν ολοκληρώσει για μία ακόμη φορά την «ανθρωπιστική» και «φιλελληνική» τους αποστολή, την οποία δυστυχώς, μέχρι και σήμερα, κάποιοι ανεγκέφαλοι υμνούν.

Η Σφαγή του ΔΙΣΤΟΜΟΥ

Το πρωί της 10ης Ιουνίου 1944 γερμανική στρατιωτική φάλαγγα των Ες-Ες ξεκίνησε από τη Λιβαδειά για την Αράχωβα, με σκοπό την εκκαθάριση της περιοχής από τις αντάρτικες δυνάμεις. Στο Δίστομο ενώθηκε με άλλη γερμανική ομάδα που είχε ξεκινήσει από την Άμφισσα και προχώρησαν προς το Στείρι. Οι κάτοικοι έλαβαν εντολή να μην απομακρυνθούν από το χωριό, μέχρι την επιστροφή των γερμανικών δυνάμεων.

Στη θέση Καταβόθρα οι Γερμανοί δέχθηκαν επίθεση από αντάρτες του ΕΛ.Α.Σ. Μετά από σύντομη, αλλά σφοδρή μάχη, αναγκάστηκαν να υποχωρήσουν, αφήνοντας στο πεδίο της μάχης 15 νεκρούς και άλλους τόσους τραυματίες.

Οι Γερμανοί απέδωσαν την επίθεση του ΕΛ.Α.Σ. σε ειδοποίηση των κατοίκων του Διστόμου και επέστρεψαν στο χωριό για να εκδικηθούν. Με διαταγή του διοικητή τους, υπολοχαγού Χανς Ζάμπελ, το Δίστομο πυρπολήθηκε και 218 κάτοικοι (114 γυναίκες και 104 άνδρες) εκτελέστηκαν απάνθρωπα. Μεταξύ των νεκρών, 45 παιδιά και έφηβοι και 20 βρέφη.

Distomo_massacredistomo--1024x1024

Η πρωτοφανής θηριωδία έγινε αμέσως γνωστή μέσω του BBC στο εξωτερικό και προκάλεσε την κατακραυγή της διεθνούς κοινής γνώμης. Η Γερμανική Διοίκηση της Αθήνας επέρριψε την ευθύνη αποκλειστικά στους κατοίκους του Διστόμου, επειδή, όπως ανέφερε σε ανακοίνωσή της, δεν συμμορφώθηκαν με τις στρατιωτικές εντολές.

Μετά την αποχώρηση των Γερμανών από την Ελλάδα, το Ελληνικό Γραφείο Εγκληματιών Πολέμου μπόρεσε να ανακαλύψει τον υπεύθυνο της Σφαγής, Χανς Ζάμπελ, ο οποίος είχε καταφύγει στο Παρίσι και είχε συλληφθεί. Οι γαλλικές αρχές τον παρέδωσαν στις ελληνικές, οι οποίες τον προφυλάκισαν.

Τον Αύγουστο του 1949 ομολόγησε την έκταση των γερμανικών θηριωδιών στο Δίστομο, αλλά δικαιολογήθηκε ότι εκτελούσε διαταγές ανωτέρων του.

Κατά τη διάρκεια της προφυλάκισής του, ο Ζάμπελ εκδόθηκε προσωρινά στη Δυτική Γερμανία για άλλη υπόθεση, αλλά δεν επέστρεψε ποτέ στην Ελλάδα για να αντιμετωπίσει τις συνέπειες των πράξεών του!

Οι γερμανοί είχαν ολοκληρώσει για μία ακόμη φορά την «ανθρωπιστική» και «φιλελληνική» τους αποστολή, την οποία δυστυχώς, μέχρι και σήμερα, κάποιοι ανεγκέφαλοι υμνούν.

Το Ολοκαύτωμα της ΚΑΝΔΑΝΟΥ 3η Ιουνίου 1941

3η Ιουνίου 1941

Η Κάνδανος, ένα μικρό χωριό των Χανίων, έμελλε να μετατραπεί σε ένα από τα μεγαλύτερα μνημεία της ναζιστικής θηριωδίας στον Β’ Παγκόσμιο Πόλεμο, «πληρώνοντας» το τίμημα για την ηρωϊκή στάση του κρητικού λαού στη «μάχη της Κρήτης», όπως έμεινε στην ιστορία.

Η Κάνδανος είχε βομβαρδιστεί ήδη από την πρώτη μέρα της «Μάχης της Κρήτης», στις 20 Μάιου. Στις 24 Μάη, μετά από σφοδρή μάχη στο φαράγγι της Κανδάνου, σκοτώνονται πολλοί Γερμανοί. Παρότι η «Μάχη» τελειώνει στις 31 Μάιου, οι ναζί επιστρέφουν στο χωριό. Τη Δευτέρα 2 Ιούνη μετά από διαταγή του Γκαίρινγκ ξεκινά η ανείπωτη σφαγή, η οποία ολοκληρώνεται την επόμενη μέρα.

Μετά από έναν ανελέητο βομβαρδισμό που ισοπέδωσε ολόκληρο το χωριό, μπαίνουν στην Κάνδανο πεζοπόρα τμήματα του ναζιστικού στρατού. Η Κάνδανος γίνεται ολοκαύτωμα. Οι ναζί συγκεντρώνουν κατά ομάδες τους κατοίκους και αρχίζουν οι εκτελέσεις. Οι περίπου 180 κάτοικοι της Κανδάνου δολοφονούνται, τα σπίτια τους πυρπολούνται, ακόμα και τα ζώα τους σφάζονται.

Ολοκαύτωμα της ΚΑΝΔΑΝΟΥ

Ολοκαύτωμα της ΚΑΝΔΑΝΟΥ

Ωστόσο οι Ναζί δεν σταμάτησαν εκεί. Το μίσος του ήταν τόσο μεγάλο που αποφάσισαν να αφήσουν και γραπτές αποδείξεις για το έγκλημά τους.

Οι Πινακίδες της ΚΑΝΔΑΝΟΥ

Οι Πινακίδες της ΚΑΝΔΑΝΟΥ

Η πρώτη πινακίδα που «φιλοτέχνησαν» έγραφε:

«Διά την κτηνώδη δολοφονία Γερμανών αλεξιπτωτιστών, αλπινιστών και του μηχανικού από άνδρες, γυναίκες, παιδιά και παπάδες μαζί και διότι ετόλμησαν να αντισταθούν κατά του μεγάλου Ράιχ κατεστράφη την 3/6/41 η Κάνδανος εκ θεμελίων διά να μην επανοικοδομηθεί πλέον ΠOTE».

H δεύτερη πινακίδα έγραφε:

«Ως αντίποινον των οπλισμένων πολιτών ανδρών και γυναικών εκ των όπισθεν δολοφονηθέντων Γερμανών στρατιωτών κατεστράφη η Κάνδανος».

Το ολοκαύτωμα της Κανδάνου είναι «η μοναδική περίπτωση εγκλήματος πολέμου, όπου ο θύτης όχι μόνον αναγνωρίζει το έγκλημά του, αλλά το προπαγανδίζει προς παραδειγματισμό των υπολοίπων».

Μάλιστα, το 1943 αναρτήθηκε και μια τρίτη μαρμάρινη στήλη που ανέφερε:

«Εδώ υπήρχε η Κάνδανος, κατεστράφη προς εξιλασμόν της δολοφονίας 25 Γερμανών Στρατιωτικών».

Η ιστορική μνήμη παραμένει πολύ ισχυρή, και γι’ αυτό τον λόγο, όσες προσπάθειες και αν γίνουν από τους σύγχρονους απολογητές των ναζιστών, για να ξαναγραφεί η ιστορία και να απαλειφτούν οι ευθύνες από τους εγκληματίες, είναι μοιραίο να πέσουν στο κενό.

Οι γερμανοί είχαν ολοκληρώσει για μία ακόμη φορά την «ανθρωπιστική» και «φιλελληνική» τους αποστολή, την οποία δυστυχώς, μέχρι και σήμερα, κάποιοι ανεγκέφαλοι υμνούν.

ΡΟΥΠΕΛ: Τα οχυρά δεν παραδίδονται, καταλαμβάνονται! (6η  Απριλίου 1941)

Από 6 ως 10 Απριλίου 1941, οι μαχητές του Ρούπελ και των υπόλοιπων οχυρών της Γραμμής Μεταξά αντιμετώπισαν με ηρωισμό την επίθεση της 12ης γερμανικής στρατιάς υπό τον στρατάρχη Λιστ, αντιτάσσοντας την ανδρεία τους στην αριθμητική και τεχνολογική υπεροχή του αντιπάλου.

ΠΟΛΕΜΙΚΗ ΣΗΜΑΙΑ ΤΟΥ ΡΟΥΠΕΛ ΜΕΤΑ ΤΗ ΜΑΧΗ Βρίσκεται στο Εθνικό Ιστορικό Μουσείο

ΠΟΛΕΜΙΚΗ ΣΗΜΑΙΑ ΤΟΥ ΡΟΥΠΕΛ ΜΕΤΑ ΤΗ ΜΑΧΗ
Βρίσκεται στο Εθνικό Ιστορικό Μουσείο

Ως ελάχιστο φόρο τιμής δημοσιεύουμε εδώ την εξιστόρηση της μάχης του οχυρού Ρούπελ, γιατί αυτό έχει μείνει χαραγμένο στη συλλογική μνήμη των Ελλήνων – χωρίς αυτό να σημαίνει ότι οι μάχες στα υπόλοιπα οχυρά ήταν λιγότερο ηρωικές.

Η Γραμμή Μεταξά

Τα πρώτα οχυρά επί της ελληνοβουλγαρικής μεθορίου κατασκευάστηκαν την περίοδο 1913- 14, βάσει εισηγήσεως του τότε αντισυνταγματάρχη Ι. Μεταξά, διευθυντή της Β` Επιτελικής Διευθύνσεως. Τα οχυρά που κατασκευάστηκαν τότε ήταν εννέα: Ρούπελ, Φαιά Πέτρα, Περιθώρι, Λίσσε, Τούλουμπαρ, Παρανέστιο, Παράδεισος, Δόβα Τεπέ. Κατά τον μεσοπόλεμο και ιδίως επί πρωθυπουργίας Μεταξά η κατασκευή της γραμμής των οχυρών εντατικοποιήθηκε. Έτσι τον Απρίλιο του 1941 ήταν σχεδόν ολοκληρωμένα 21 οχυρά:

  • Περιοχή Μπέλες: Ποποτλίβιτσα, Ιστίμπεη, Κελκαγιά, Αρπαλούκι, Παλιουριώνες
  • Περιοχή Αγκίστρου: Ρούπελ, Καρατάς, Κάλη
  • Περιοχή Αλή Μπουτούς και Μαύρο Βουνό: Περσέκ
  • Υψίπεδο Κάτω Νευροκοπίου: Μπαμπαζώρα, Μαλιάγκα, Περιθώρι, Παρταλούσκα, Ντασαβλή, Λίσσε, Πυραμιδοειδές
  • Περιοχή Βώλακα: Καστίλλο, Άγιος Νικόλαος, Μπαρτισέβα
  • Ξάνθη: Εχίνος
  • Κομοτηνή: Νυμφαία

Τα οχυρά είχαν αρχικά σχεδιαστεί με σκοπό την απόκρουση αιφνιδιαστικής επίθεσης από τη Βουλγαρία. Μετά την ανάληψη της αρχηγίας του ΓΕΣ από τον Αλέξανδρο Παπάγο, σχεδιάστηκε και η δυνατότητα χρήσης των οχυρών ως τοποθεσίας αντίστασης ολόκληρης της Στρατιάς και ως ορμητηρίου για την ανάληψη επιθετικής πρωτοβουλίας προς τη Βουλγαρία. Οπωσδήποτε, εν όψει των δυνατοτήτων του βουλγαρικού στρατού αλλά και των διπλωματικών δεδομένων (στάση Γιουγκοσλαβίας) δεν είχε ληφθεί υπόψη η πιθανότητα παράκαμψης των οχυρών από ισχυρές μηχανοκίνητες δυνάμεις, όπως αυτές που παρέταξε ο γερμανικός στρατός.

Από τακτική άποψη, τα οχυρά επιτέλεσαν πλήρως το σκοπό τους, καθώς άντεξαν στις επιθέσεις (η κατασκευή τους θαυμάστηκε από τους Γερμανούς αξιωματικούς) και έφραξαν τη διέλευση του εχθρού μέσω της κοιλάδας του Στρυμόνα. Από επιχειρησιακή άποψη όμως, οι γερμανικές δυνάμεις πέτυχαν την παράκαμψη των οχυρών μέσω του γιουγκοσλαβικού εδάφους, καθώς η 2η τεθωρακισμένη μεραρχία κινήθηκε μέσω Στρώμνιτσας, Δοϊράνης και Κιλκίς προς τη Θεσσαλονίκη. Η εφεδρεία του Τμήματος Στρατιάς Ανατολικής Μακεδονίας (ΤΣΑΜ), η ΧΙΧ μεραρχία, μηχανοκίνητη μόνο κατ” όνομα και με ελάχιστα τεθωρακισμένα, ήταν αδύνατο να ανακόψει τη γερμανική προέλαση, ενώ το αίτημα του διοικητή του ΤΣΑΜ, αντιστράτηγου Μπακόπουλου, να επιχειρηθεί πλευροκόπηση των γερμανικών δυνάμεων από την βρετανική 1η τεθωρακισμένη ταξιαρχία, δεν ικανοποιήθηκε. Κατόπιν τούτου τα πρώτα γερμανικά τμήματα έφτασαν στη Θεσσαλονίκη το βράδυ της 8ης Απριλίου, καθιστώντας την αντίσταση των οχυρών μάταιη.

Οχυρό Ρούπελ – οι δυνάμεις των αντιπάλων

Το οχυρό Ρούπελ ήταν το μεγαλύτερο από όλα τα οχυρά της «γραμμής Μεταξά», εκτεινόμενο σε μέτωπο 2.500μ. Περιελάμβανε 123 ενεργητικά σκέπαστρα, το ανάπτυγμα των υπόγειων χώρων ήταν 1.849 τ.μ., ενώ οι στοές συγκοινωνίας ανέρχονταν σε 4.251 μ. Η συνολική έκταση ήταν 6.100 μ. και το σύνολο της φρουράς ήταν 1.397 άνδρες. Το κόστος κατασκευής του ήταν 111.540.000 δρχ. Το οχυρό διέθετε:

  • Πέντε αντιαρματικά πυροβόλα των 37 χιλ. στο λόφο Ουσίτας, στα αντερείσματα Μολών Λαβέ και στο λόφο Εξόδου
  • Δύο ορειβατικά πυροβολεία 75/19 σε πυροβολεία πλαγιοφύλαξης
  • Τρία πεδινά των 75 χιλ. σε ρόλο αντιαρματικής άμυνας του οχυρού σε ημιμόνιμα πυροβολεία (μαζί με τα δυο ορειβατικά συγκροτούσαν τον ουλαμό πυροβολικού του οχυρού)
  • Τρία πεδινά πυροβόλα των 75 χιλ. σε αντίστοιχα αντιαρματικά περιπόλια επί της εθνικής οδού Κούλας – Σιδηροκάστρου
  • Ένα κινητό αντιαρματικό των 47 χιλ. από ιταλικά λάφυρα
  • Ένα αντιαεροπορικό των 20χιλ. στην Ουσίτα και ένα των 37 χιλ. στον Προφήτη Ηλία.

Ήταν ακόμα εξοπλισμένο με 85 πολυβόλα, 5 όλμους, 25 οπλοπολυβόλα και 53 βομβιδοβόλα.

Από γερμανικής πλευράς, στη στενωπό του Ρούπελ ενήργησε το ανεξάρτητο 125ο Σύνταγμα Πεζικού, που είχε πείρα σε πόλεμο εναντίον οχυρών από τις μάχες της Γραμμής Μαζινό στη Γαλλία, μαζί με το 1ο Τάγμα του 100ου Συντάγματος Ορεινών Κυνηγών, έχοντας αποστολή να διασπάσουν τη στενωπό και να καταλάβουν τη γέφυρα του Στρυμόνα στο νότιο άκρο της.

Το σχέδιο επίθεσης προέβλεπε προσβολή από τρεις πλευρές. Η μεσαία φάλαγγα, αποτελούμενη από το 1ο τάγμα του 125ου συντάγματος (Ι/125), θα διασπούσε την κυρίως στενωπό και θα εξασφάλιζε το ρήγμα καταλαμβάνοντας με επίθεση τις οχυρές θέσεις της δυτικής πλευράς του οχυρού Ρούπελ. Το τρίτο τάγμα του συντάγματος (ΙΙΙ/125) διατάχθηκε να επιτεθεί στην ανατολική πλευρά του οχυρού Ρούπελ, ενώ το δεύτερο τάγμα (ΙΙ/125) είχε αποστολή να προωθηθεί μεταξύ των οχυρών Ρούπελ και Καρατάς για να καταλάβει τη γέφυρα του Στρυμόνα και να αποκλείσει την έξοδο από τη στενωπό του Ρούπελ. Τέλος, από τη δεξιά όχθη του Στρυμόνα το 1ο Τάγμα Ορεινών Κυνηγών θα διενεργούσε επίθεση κατά του γειτονικού οχυρού Παλιουριώνες.

H γερμανική επίθεση εκδηλώθηκε στις 05.15 της 6ης Απριλίου 1941, με βολές πυροβολικού και μαζικές επιθέσεις αεροσκαφών κάθετης εφόρμησης Ju-87 (γνωστότερων ως Stukas). Για τον κανονισμό των βολών πυροβολικού είχε μεταφερθεί στα βόρεια του Στρυμόνα ένα δέσμιο στη γη αερόστατο.

Ταυτόχρονα εκδηλώθηκε γερμανική κίνηση με φουσκωτές βάρκες στον ποταμό, με σκοπό να διευκολυνθεί η επίθεση του Ι/125 τάγματος κατά μήκος του δρόμου. Σημειωτέον ότι η κίνηση αυτή έγινε από σκαπανείς του 125 Συντάγματος και όχι του συντάγματος Brandenburg, όπως λανθασμένα αναφέρουν κάποιες πηγές – το αρχικό γερμανικό σχέδιο πράγματι προέβλεπε συμμετοχή καταδρομέων του συντάγματος Brandenburg, αλλά αυτοί δεν είχαν φτάσει. Σε κάθε περίπτωση, η γερμανική κίνηση απέτυχε, καθώς οι βάρκες καθηλώθηκαν σε συρματόπλεγμα που είχε προβλεφθεί από ελληνικής πλευράς για ένα τέτοιο ενδεχόμενο και οι επιβάτες τους αποδεκατίστηκαν από τα συγκεντρωτικά πυρά των οχυρών.

Το Ι/125 γερμανικό τάγμα κινήθηκε ως την περιοχή του Προμαχώνα, όπου καθηλώθηκε από τα μαζικά ελληνικά πυρά, και ιδίως από τα εύστοχα πυρά του ελληνικού πυροβολικού. Η επίθεση του ΙΙΙ/125 τάγματος στο αριστερό του οχυρού απέτυχε επίσης. Σε όλη τη διάρκεια της 6ης Απριλίου, τα συγκεντρωτικά πυρά του Ρούπελ, αλλά και τα πλευρικά πυρά των οχυρών Παλιουριώνες και Καρατάς προκάλεσαν μεγάλες απώλειες στα τάγματα αυτά, αλλά και στα βαρέα όπλα του γερμανικού 125ου συντάγματος. Μόνον το ΙΙ/125 τάγμα μπόρεσε να εισχωρήσει ανάμεσα στο Ρούπελ και το Καρατάς και να βρεθεί το βράδυ στα νώτα του Ρούπελ, έχοντας όμως χάσει πάνω από τους μισούς άνδρες του.

Την αυγή του 7ης Απριλίου συγκροτήθηκαν τρεις περίπολοι του Ρούπελ με αποστολή την εκκαθάριση της περιοχής από τους εχθρούς και την αποκατάσταση της τηλεφωνικής επικοινωνίας. Αποτέλεσμα ήταν η σύλληψη 14 αιχμαλώτων με 3 συσκευές ασυρμάτου και 2 όλμους. Όλη τη μέρα οι γερμανικές επιθέσεις κατά του οχυρού αποκρούστηκαν, με βαριές απώλειες. Η ελληνική πλευρά είχε και εκείνη απώλειες, ιδίως την καταστροφή της 2ης πυροβολαρχίας, που εντοπίστηκε και βομβαρδίστηκε ανηλεώς από τα γερμανικά αεροσκάφη, με αποτέλεσμα το θάνατο του διοικητή της, λοχαγού Κυριακίδη. Όμως το ηθικό των Ελλήνων στρατιωτών παρέμενε υψηλό, σε βαθμό που υποδέχονταν τους βομβαρδισμούς με ζητωκραυγές. Μόνο το ΙΙ/125 γερμανικό τάγμα, που είχε απομείνει με περίπου 200 άνδρες, κατέλαβε το ύψωμα Γκολιάμα στα νώτα του οχυρού, ανατολικώς της εξόδου της στενωπού.

Στις 6:00 το πρωί της 8ης Απριλίου το οχυρό Ρούπελ δέχτηκε νέο σφοδρό βομβαρδισμό από την αεροπορία και το πυροβολικό, που συνεχίστηκε όλη την ημέρα. Όμως οι επιθέσεις των γερμανικών Στούκας, που έρχονταν σε κύματα 40 και 50 αεροσκαφών, δεν έκαμψαν το φρόνημα των Ελλήνων στρατιωτών. Όπως σχολίασε αργότερα Γερμανός αξιωματικός, ήταν η πρώτη φορά που οι γερμανοί αεροπόροι βομβάρδιζαν αντιπάλους που δεν τρέπονταν σε φυγή, αλλά αντίθετα άνοιγαν πυρ με τα τυφέκιά τους κατά των αεροσκαφών από τις θέσεις τους. Όταν, το μεσημέρι της 8ης Απριλίου, παρατάχθηκε το ΙΙΙ/125 τάγμα για νέα επίθεση, διαπιστώθηκε ότι το αμυντικό σύστημα του οχυρού λειτουργούσε ακόμα πλήρως. Επιπλέον, οι ελληνικές δυνάμεις αντεπιτέθηκαν κατά του ΙΙ/125 τάγματος στο ύψωμα Γκολιάμα, προξενώντας στους Γερμανούς τόσο βαριές απώλειες, ώστε η διοίκηση του τάγματος ανέφερε προς το Σύνταγμα ότι εφ” εξής ήταν μειωμένης μαχητικής ικανότητας.

Το απόγευμα οι Γερμανοί ζήτησαν εξάωρη εκεχειρία για περισυλλογή των νεκρών και τραυματιών τους.

Κατά την 9η Απριλίου οι γερμανικοί βομβαρδισμοί ήταν μειωμένοι, και στις 15.00 σταμάτησε κάθε εχθρική δραστηριότητα. Την 17:00` επιβατικό αυτοκίνητο που έφερε λευκή σημαία εμφανίσθηκε στην οδό Κούλας- Σιδηροκάστρου. Οι Γερμανοί επιβάτες κατέβηκαν, ύψωσαν λευκή σημαία, καλύφθηκαν και περίμεναν.

Ο Διοικητής του Οχυρού, ταγματάρχης Δουράτσος Γεώργιος, αποστέλλει τον Ανθυπολοχαγό Δαμιανό Ιωάννη με τρεις στρατιώτες στο σημείο συνάντησης για να πληροφορηθεί τι ζητούν αυτοί.

Γεώργιος Δουράτσος ΤΑΓΜΑΤΑΡΧΗΣ (ΠΖ)

Γεώργιος Δουράτσος
ΤΑΓΜΑΤΑΡΧΗΣ (ΠΖ)

Ο Γερμανός απεσταλμένος ζητούσε την παράδοση του οχυρού διότι υπεγράφη ανακωχή και τα Γερμανικά στρατεύματα εισήλθαν στη Θεσσαλονίκη. Αφού ο Δαμιανός διαβίβασε τους όρους στον Διοικητή Δουράτσο Γεώργιο, αυτός τον διέταξε να επανέλθει προς συνάντηση με τον Γερμανό αξιωματικό και να του ανακοινώσει τα κατωτέρω:

  1. Ότι τα οχυρά παραδίδονται ΜΟΝΟΝ όταν κυριευθώσιν παρά του αντιπάλου.
  2. Ότι τοιούτων διαταγών περί ανακωχής κλπ. στερούμεθα παρά των ιεραρχικώς προϊσταμένων μας αρχών.
  3. Ότι διαταγάς λαμβάνομεν και εκτελούμεν μόνον τας προερχομένας εκ των προϊσταμένων μας Αρχών.
  4. Ότι ο αγών θα συνεχιστεί πάσα δε απόπειρα προσεγγίσεως του οχυρού θα συντριβεί.

Ο κήρυκας διαβεβαίωσε στην στρατιωτική του τιμή ότι δεν επρόκειτο για απάτη και όρισε συνάντηση για την 6:00 της επόμενης 10/4. Περί την 23:30` ώρα ελήφθη διαταγή πρώτα τηλεφωνικά και μετά εγγράφως για κατάπαυση του πυρός. Μετά την λήψη των διαταγών αυτών η διοίκηση των οχυρών αποφάσισε ομόφωνα την συνέχιση του αγώνα, καθώς και η αντίδραση των ανδρών του οχυρού ήταν ότι ο αγώνας έπρεπε να συνεχιστή. Κατόπιν νέας τηλεφωνικής επικοινωνίας όμως, διαπιστώθηκε ότι η περαιτέρω θυσία ήταν μάταια.

Την επομένη 10 Απριλίου 1941 έλαβε χώρα η παράδοση του οχυρού. Έξω από το οχυρό ήταν παραταγμένο γερμανικό τμήμα που απέδωσε τιμές. Ο εντεταλμένος για την παραλαβή του οχυρού Γερμανός συνταγματάρχης συνεχάρη τον διοικητή του, Ταγματάρχη Δουράτσο, διαβεβαιώνοντας τα συγχαρητήρια και το θαυμασμό των ανωτέρων του. Τόνισε μάλιστα ότι για τους Γερμανούς αποτελούσε τιμή και υπερηφάνεια ότι είχαν ως αντίπαλο έναν τόσον ηρωικό στρατό.

Έτσι έληξε η μάχη του Ρούπελ, που επάξια κατατάσσεται στην κατηγορία των απόρθητων οχυρών, καθώς δεν καταλήφθηκε από τον αντίπαλο αλλά συνθηκολόγησε λόγω εξωτερικών περιστάσεων και κατόπιν διαταγής. Το 125ο γερμανικό Σύνταγμα πλήρωσε τις μάταιες προσπάθειες κατάληψής του με 400 νεκρούς και τραυματίες, ενώ το 100 Σύνταγμα Ορεινών Κυνηγών που ενήργησε κατά του οχυρού Παλιουριώνες είχε 27 νεκρούς και 75 τραυματίες. Οι απώλειες της φρουράς του Ρούπελ ανήλθαν σε 44 νεκρούς και 152 τραυματίες.

Ας τους θυμόμαστε πάντα με δόξα και τιμή, και ας μας φωτίζει το παράδειγμά τους.